Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταλιμπανάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του Ταλιμπάν ή μικρής ηλικίας Ταλιμπάν Βικιλεξικό
    • Δύο εξ αυτών, 22 ετών ο ένας, μόλις 19 ο άλλος, έστησαν την παγάνα τους και πέτυχαν κάποια στιγμή το θήραμά τους: ένα Αφγανάκι που ούτε ταλιμπανάκι ήταν ούτε κουβαλούσε πιστόλι ή μαχαίρι, μια σφεντόνα έστω. (*)
  2. προσφώνησηπροσφώνηση προς κάποιον που επιδεικνύει άγρια συμπεριφορά ή γενικότερη προσφώνηση Βικιλεξικό
    • Καλημέρα, ταλιμπανάκια μου (προσφιλής ραδιοφωνικός πρωινός χαιρετισμός δημοσιογράφου προς τους ακροατές του)

Ετυμολογία

ταλιμπανάκι < Ταλιμπάν + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταλιμπανάκιταλιμπανάκια
Γενική——
Αιτιατικήταλιμπανάκιταλιμπανάκια
Κλητικήταλιμπανάκιταλιμπανάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →