ταλκ
•
- άσπρη σκόνη από τάλκη ή καλαμποκάλευρο που χρησιμοποιείται κυρίως για προστασία του δέρματος από ερεθισμούς λόγω ιδρώτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταλκ < γαλλική talc < μέση γαλλική talc < αραβική طلق (ṭalq) < περσική تلک (talk)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →