Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμίευση

/taˈmi.ef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταμιεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμίευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταμίευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ταμιεύ(ω) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταμίευσηταμιεύσεις
Γενικήταμίευσηςταμιεύσεων
Αιτιατικήταμίευσηταμιεύσεις
Κλητικήταμίευσηταμιεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →