ταμειακά διαθέσιμα
•
- λογιστικήτα μετρητά και οι τραπεζικές καταθέσεις μιας οικονομικής μονάδας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμειακά διαθέσιμα < → δείτε τις λέξεις ταμειακός και διαθέσιμος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →