Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμιευτήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τεχνητή λίμνη, μεγάλη δεξαμενή για την συγκέντρωση νερού ύδρευσης ή άρδευσης Βικιλεξικό
    • Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)

Ετυμολογία

ταμιευτήρας < αρχαία ελληνική ταμιεύω (σήμαινε εκταμιεύω) για να αποδοθεί ο γαλλικός όρος réservoir

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταμιευτήραςταμιευτήρες
Γενικήταμιευτήραταμιευτήρων
Αιτιατικήταμιευτήραταμιευτήρες
Κλητικήταμιευτήραταμιευτήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →