ταμπάκης
•
- λαϊκότροποο βυρσοδέψης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμπάκης < (άμεσο δάνειο) τουρκική tabak < αραβική دباغ (dabbāg̠ẖ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμπάκης | ταμπάκηδες |
| Γενική | ταμπάκη | ταμπάκηδων |
| Αιτιατική | ταμπάκη | ταμπάκηδες |
| Κλητική | ταμπάκη | ταμπάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →