Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμπάκης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο βυρσοδέψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμπάκης < (άμεσο δάνειο) τουρκική tabak < αραβική دباغ (dabbāg̠ẖ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταμπάκηςταμπάκηδες
Γενικήταμπάκηταμπάκηδων
Αιτιατικήταμπάκηταμπάκηδες
Κλητικήταμπάκηταμπάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →