ταμπάκος
•
- σκόνη λεπτοκομμένων φύλλων καπνού που ρουφούσαν από τη μύτη Βικιλεξικό
- γενικότεραλεπτοκομμένος καπνός για στρίψιμο τσιγάρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμπάκος < καθαρεύουσα ταμβάκος. Ή < ταμπάκ(ο) με μεταπλασμό σε αρσενικό + ος. Από < ιταλική tabacco < ισπανική tabaco
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμπάκος | ταμπάκοι |
| Γενική | ταμπάκου | ταμπάκων |
| Αιτιατική | ταμπάκο | ταμπάκους |
| Κλητική | ταμπάκε | ταμπάκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →