Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμπάκος

/taˈba.kos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σκόνη λεπτοκομμένων φύλλων καπνού που ρουφούσαν από τη μύτη Βικιλεξικό
  2. γενικότεραλεπτοκομμένος καπνός για στρίψιμο τσιγάρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμπάκος < καθαρεύουσα ταμβάκος. Ή < ταμπάκ(ο) με μεταπλασμό σε αρσενικό + ος. Από < ιταλική tabacco < ισπανική tabaco

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταμπάκοςταμπάκοι
Γενικήταμπάκουταμπάκων
Αιτιατικήταμπάκοταμπάκους
Κλητικήταμπάκεταμπάκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →