ταμπακιέρα
•
- μικρή μεταλλική ή δερμάτινη θήκη για τσιγάρα, τσιγαροθήκη Βικιλεξικό
- σακουλάκι ή τσιγαροθήκη για την εύχρηστη μεταφορά καπνού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο κυρίως θέμα, το πιο ουσιώδες σε μια συζήτηση Βικιλεξικό
- Είπαμε για όλα τα άλλα αλλά για την ταμπακιέρα τίποτε.
- προφορικόθήκη για βίδες, καρφιά κ.λπ., είτε ξεχωριστή είτε ως μέρος εργαλειοθήκης^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμπακιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική tabacchiera (tabacco: καπνός) < παλαιά γαλλική tabaquière. Αναλύεται μορφολογικά σε ταμπάκ(ος) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμπακιέρα | ταμπακιέρες |
| Γενική | ταμπακιέρας | — |
| Αιτιατική | ταμπακιέρα | ταμπακιέρες |
| Κλητική | ταμπακιέρα | ταμπακιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →