ταμπλέτα
•
- χάπι, δισκίο φαρμάκου Βικιλεξικό
- λεπτό επίπεδο αντικείμενο σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου με στρογγυλεμένες άκρες που περιέχει κάποια χημική ουσία Βικιλεξικό
- εντομοαπωθητικές ταμπλέτες
- είδος φορητού υπολογιστή, μικρών διαστάσεων, χωρίς πληκτρολόγιο και με οθόνη αφής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμπλέτα < γαλλική tablette και αγγλική tablet < υποκοριστικό του table < λατινική tabula
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμπλέτα | ταμπλέτες |
| Γενική | ταμπλέτας | ταμπλετών |
| Αιτιατική | ταμπλέτα | ταμπλέτες |
| Κλητική | ταμπλέτα | ταμπλέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →