Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμποναριστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ταμπονάρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμποναριστός < ταμπονάρω + -ιστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταμποναριστόςταμποναριστήταμποναριστό
Γενικήταμποναριστούταμποναριστήςταμποναριστού
Αιτιατικήταμποναριστόταμποναριστήταμποναριστό
Κλητικήταμποναριστέταμποναριστήταμποναριστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταμποναριστοίταμποναριστέςταμποναριστά
Γενικήταμποναριστώνταμποναριστώνταμποναριστών
Αιτιατικήταμποναριστούςταμποναριστέςταμποναριστά
Κλητικήταμποναριστοίταμποναριστέςταμποναριστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →