Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τανίνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χημείακατηγορία φυσικών πολυφαινολικών ενώσεων που βρίσκονται σε διάφορα φυτά, φρούτα και ξύλα, έχουν στυπτικές ιδιότητες, προσδίδουν πικρή ή ξηρή γεύση (π.χ. στο κρασί ή στο τσάι) και χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία (για το μαύρισμα δερμάτων) και ως αντιοξειδωτικά Βικιλεξικό
    • Οι ιδιότητες που αποκτούσε το δέρμα επιτυγχάνονταν με τανίνη αλλά και με χρώμιο, στυπτηρία και ιχθυέλαιο, ανάλογα με τον τύπο της κατεργασίας. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 189)

Ετυμολογία

τανίνη < γαλλική tanin < λατινική tannum < γαλατική *tannos (δρυς)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτανίνητανίνες
Γενικήτανίνηςτανινών
Αιτιατικήτανίνητανίνες
Κλητικήτανίνητανίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →