τανύζω
•
- λογοτεχνικότεντώνω Βικιλεξικό
- Ο Κωνσταντής έτριψε τα μούτρα του με τα χέρια, τάνυσε το κορμί του.
Ετυμολογία
τανύζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τανύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τανύζω | τανύζεις | τανύζει | τανύζουμε | τανύζετε | τανύζουν / τανύζουνε |
| Παρατατικός | τάνυζα | τάνυζες | τάνυζε | τανύζαμε | τανύζατε | τάνυζαν / τανύζαν / τανύζανε |
| Αόριστος | τάνυσα | τάνυσες | τάνυσε | τανύσαμε | τανύσατε | τάνυσαν / τανύσαν / τανύσανε |
| Μέλλοντας | θα τανύζω / θα τανύσω | θα τανύζεις / θα τανύσεις | θα τανύζει / θα τανύσει | θα τανύζουμε / θα τανύσουμε | θα τανύζετε / θα τανύσετε | θα τανύζουν / θα τανύζουνε / θα τανύσουν / θα τανύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τανύσει | έχεις τανύσει | έχει τανύσει | έχουμε τανύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τανύσει | είχες τανύσει | είχε τανύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τανύσει / να τανύζω / να τανύσω | να έχεις τανύσει / να τανύζεις / να τανύσεις | να έχει τανύσει / να τανύζει / να τανύσει | να έχουμε τανύσει / να τανύζουμε / να τανύσουμε | να τανύζετε / να τανύσετε | να τανύζουν / να τανύζουνε / να τανύσουν / να τανύσουνε |
| Προστακτική | — | τάνυζε / τάνυσε | — | — | τανύζετε / τανύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τανύστηκατανύζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →