ταξιδιώτισσα
•
- θηλυκό του ταξιδιώτης Βικιλεξικό
- Λάτρης της ομορφιάς, σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις, επίμονη αναζητήτρια εαυτού, αλήθειας και εμπειριών, πάντα ταξιδεύτρια και ποτέ ταξιδιώτισσα (Από αυτοβιογραφικό σημείωμα συγγραφέως, εκδ. Πατάκη, vivliopoleiopataki.gr/persons, ανακτήθηκε στις 4/5/2025)
Ετυμολογία
ταξιδιώτισσα < ταξιδιώτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταξιδιώτισσα | ταξιδιώτισσες |
| Γενική | ταξιδιώτισσας | ταξιδιωτισσών |
| Αιτιατική | ταξιδιώτισσα | ταξιδιώτισσες |
| Κλητική | ταξιδιώτισσα | ταξιδιώτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →