Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταξιδιώτισσα

/ta.ksiˈðʝo.ti.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του ταξιδιώτης Βικιλεξικό
    • Λάτρης της ομορφιάς, σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις, επίμονη αναζητήτρια εαυτού, αλήθειας και εμπειριών, πάντα ταξιδεύτρια και ποτέ ταξιδιώτισσα (Από αυτοβιογραφικό σημείωμα συγγραφέως, εκδ. Πατάκη, vivliopoleiopataki.gr/persons, ανακτήθηκε στις 4/5/2025)

Ετυμολογία

ταξιδιώτισσα < ταξιδιώτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταξιδιώτισσαταξιδιώτισσες
Γενικήταξιδιώτισσαςταξιδιωτισσών
Αιτιατικήταξιδιώτισσαταξιδιώτισσες
Κλητικήταξιδιώτισσαταξιδιώτισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →