Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταξικά

επίρρημα
•
  1. όσον αφορά στις κοινωνικές τάξεις Βικιλεξικό
    • ταξικά άνισος γάμος
  2. σε κοινωνικές τάξεις Βικιλεξικό
    • μια κοινωνία ταξικά διαιρεμένη
  3. έχοντας συγκροτηθεί σε κοινωνική τάξη και έχοντας ως προτεραιότητα το ταξικό συμφέρον Βικιλεξικό
    • ταξικά προσανατολισμένοι αγώνες
    • ψηφίζουμε ταξικά'

Ετυμολογία

ταξικά < ταξικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →