ταξικά
•
- όσον αφορά στις κοινωνικές τάξεις Βικιλεξικό
- ταξικά άνισος γάμος
- σε κοινωνικές τάξεις Βικιλεξικό
- μια κοινωνία ταξικά διαιρεμένη
- έχοντας συγκροτηθεί σε κοινωνική τάξη και έχοντας ως προτεραιότητα το ταξικό συμφέρον Βικιλεξικό
- ταξικά προσανατολισμένοι αγώνες
- ψηφίζουμε ταξικά'
Ετυμολογία
ταξικά < ταξικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →