ταξινομικός
•
- ο σχετικός με την ταξινόμηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταξινομικός < ταξινόμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταξινομικός | ταξινομική | ταξινομικό |
| Γενική | ταξινομικού | ταξινομικής | ταξινομικού |
| Αιτιατική | ταξινομικό | ταξινομική | ταξινομικό |
| Κλητική | ταξινομικέ | ταξινομική | ταξινομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταξινομικοί | ταξινομικές | ταξινομικά |
| Γενική | ταξινομικών | ταξινομικών | ταξινομικών |
| Αιτιατική | ταξινομικούς | ταξινομικές | ταξινομικά |
| Κλητική | ταξινομικοί | ταξινομικές | ταξινομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →