Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταξινομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την ταξινόμηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταξινομικός < ταξινόμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταξινομικόςταξινομικήταξινομικό
Γενικήταξινομικούταξινομικήςταξινομικού
Αιτιατικήταξινομικόταξινομικήταξινομικό
Κλητικήταξινομικέταξινομικήταξινομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταξινομικοίταξινομικέςταξινομικά
Γενικήταξινομικώνταξινομικώνταξινομικών
Αιτιατικήταξινομικούςταξινομικέςταξινομικά
Κλητικήταξινομικοίταξινομικέςταξινομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →