Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταπετσάρω

ρήμα
•
  1. καλύπτω έναν τοίχο με χαρτί, ξύλο, πλαστικό, ύφασμα, κ.α. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταπετσάρω < ιταλική tappezzare < υστερολατινική *tapitiare < *tapitium < ελληνιστική κοινή τᾰπήτιον < αρχαία ελληνική τάπης (αντιδάνειο)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →