ταπητουργία
•
- ο παραγωγικός κλάδος που ασχολείται με την ύφανση χαλιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταπητουργία < τάπης (γενική: τάπητος) + -ουργία (< -ουργός < έργο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταπητουργία | ταπητουργίες |
| Γενική | ταπητουργίας | ταπητουργιών |
| Αιτιατική | ταπητουργία | ταπητουργίες |
| Κλητική | ταπητουργία | ταπητουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →