ταπώνω
•
- κλείνω ένα δοχείο με τάπα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποστομώνω κάποιον με ένα δυνατό επιχείρημα Βικιλεξικό
- αθλητισμόςκάνω τάπα σε αντίπαλο στο μπάσκετ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταπώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταπώνω | ταπώνεις | ταπώνει | ταπώνουμε | ταπώνετε | ταπώνουν / ταπώνουνε |
| Παρατατικός | τάπωνα | τάπωνες | τάπωνε | ταπώναμε | ταπώνατε | τάπωναν / ταπώναν / ταπώνανε |
| Αόριστος | τάπωσα | τάπωσες | τάπωσε | ταπώσαμε | ταπώσατε | τάπωσαν / ταπώσαν / ταπώσανε |
| Μέλλοντας | θα ταπώνω / θα ταπώσω | θα ταπώνεις / θα ταπώσεις | θα ταπώνει / θα ταπώσει | θα ταπώνουμε / θα ταπώσουμε | θα ταπώνετε / θα ταπώσετε | θα ταπώνουν / θα ταπώνουνε / θα ταπώσουν / θα ταπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταπώσει | έχεις ταπώσει | έχει ταπώσει | έχουμε ταπώσει | έχετε ταπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταπώσει | είχες ταπώσει | είχε ταπώσει | είχαμε ταπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταπώσει / να ταπώνω / να ταπώσω | να έχεις ταπώσει / να ταπώνεις / να ταπώσεις | να έχει ταπώσει / να ταπώνει / να ταπώσει | να έχουμε ταπώσει / να ταπώνουμε / να ταπώσουμε | να έχετε ταπώσει / να ταπώνετε / να ταπώσετε | να ταπώνουν / να ταπώνουνε / να ταπώσουν / να ταπώσουνε |
| Προστακτική | — | τάπωνε / τάπωσε | — | — | ταπώνετε / ταπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →