ταράκουλο
•
- μεγάλη ψυχική ταραχή· κυρίως στην ονομαστική του ενικού σε εκφράσεις όπως: με πιάνει / μού 'ρθε / παθαίνω ταράκουλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταράκουλο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταράκουλο | ταράκουλα |
| Γενική | ταράκουλου | ταράκουλων |
| Αιτιατική | ταράκουλο | ταράκουλα |
| Κλητική | ταράκουλο | ταράκουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →