ταράτσα
•
- η επίπεδη στέγη ενός σπιτιού Βικιλεξικό
- Δυστυχώς μετά από δύο ημέρες η 17χρονη δεν τα κατάφερε και υπέκυψε στα βαρύτατα τραύματα που έφερε μετά την πτώση της στο κενό μαζί με τη φίλη της από την ταράτσα της πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη. (www.tovima.gr, 14.05.2026)
- βεράντα, στεγασμένος εξωτερικός χώρος σπιτιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταράτσα < (άμεσο δάνειο) βενετική terazza (ιταλικά terrazza) < ... απώτατη αρχή → δείτε λατινική terra πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ters- (στεγνός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταράτσα | ταράτσες |
| Γενική | ταράτσας | ταρατσών |
| Αιτιατική | ταράτσα | ταράτσες |
| Κλητική | ταράτσα | ταράτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →