Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταρίφας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ταξιτζής Βικιλεξικό
    • Βέβαια, και που σιγά μην τον έλεγαν Χόροβιτς τον ζοχάδα τον ταρίφα μου για Νέα Σμύρνη. Κάνας Φώντας θα ήταν και γι' αυτό λαϊκά άκουγε, σιγά μη συντονιζότανε σε ροκ σταθμό σταθμό της προκοπής. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

ταρίφας < ταρίφα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταρίφαςταρίφες
Γενικήταρίφα—
Αιτιατικήταρίφαταρίφες
Κλητικήταρίφαταρίφες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →