ταραμοκεφτές
•
- γαστρονομίακεφτές με βασικό υλικό τον ταραμά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταραμοκεφτές < ταραμ(άς) + -ο- + κεφτές
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταραμοκεφτές | ταραμοκεφτέδες |
| Γενική | ταραμοκεφτέ | ταραμοκεφτέδων |
| Αιτιατική | ταραμοκεφτέ | ταραμοκεφτέδες |
| Κλητική | ταραμοκεφτέ | ταραμοκεφτέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →