ταραντισμός
•
- λαογραφίαπαλαιό, παραδοσιακό διονυσιακού τύπου δρώμενο κυρίως της Νοτίου Ιταλίας, με επίκεντρο μια δαιμονική κατάσταση (έκσταση), που αποδιδόταν σε τσίμπημα της αράχνης taranta (η Lycosa tarantula), κατά το κοινώς λεγόμενο ταραντούλα Βικιλεξικό
- παραδοσιακήυστερική, επιληπτική κρίση που θεωρείτο ότι προκαλείται από δήγμα ταραντούλας και πιστευόταν πως θεραπεύεται μέσω μανιακού χορού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταραντισμός < ταραντ(ούλα) + -ισμός, (λόγιο δάνειο) ιταλική tarantismo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταραντισμός | ταραντισμοί |
| Γενική | ταραντισμού | ταραντισμών |
| Αιτιατική | ταραντισμό | ταραντισμούς |
| Κλητική | ταραντισμέ | ταραντισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →