ταραξάκο
•
- φυτόπολυετές ποώδες φυτό της οικογένειας των Αστεροειδών, με χαρακτηριστικά κίτρινα άνθη, που χρησιμοποιείται τόσο ως βρώσιμο χόρτο όσο και στη λαϊκή και φαρμακευτική βοτανοθεραπεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταραξάκο < μεσαιωνική λατινική taraxacum < αραβική طرخشقون (ṭaraḵšaqūn) < περσική تره (tarra, βότανο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταραξάκο | ταραξάκα |
| Γενική | ταραξάκου | ταραξάκων |
| Αιτιατική | ταραξάκο | ταραξάκα |
| Κλητική | ταραξάκο | ταραξάκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →