ταραξίας
•
- που προκαλεί φασαρίες Βικιλεξικό
- ἄνδρες ὠφελιμότατοι εἰς τήν πολιτείαν, ἢ μεταβάλλονται εἰς παπαγάλους καί βαθμοθήρας ἤ, βλέποντες, ὅτι χωρίς καμμίαν σημαντικὴν προσπάθειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν ἄλλην τάξιν, περιπίπτουν εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καθίστανται ἐπαναστάται καὶ ταραξίαι (Κυπριακά Χρονικά, τόμος 2, 1961, σελ. 229)
Ετυμολογία
ταραξίας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταραξίας (αρσενικό) < (ταράσσω) ταραξ- + -ίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταραξίας | ταραξίες |
| Γενική | ταραξία | ταραξιών |
| Αιτιατική | ταραξία | ταραξίες |
| Κλητική | ταραξία | ταραξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →