Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταραχοποιός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι ταραχοποιός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταραχοποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταραχοποιός < ταραχ(ή) + -ο- + -ποιός ( < ποιώ) :* και (ουσιαστικοποιημένο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταραχοποιόςταραχοποιοί
Γενικήταραχοποιούταραχοποιών
Αιτιατικήταραχοποιόταραχοποιούς
Κλητικήταραχοποιέταραχοποιοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ταραχοποιός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου προκαλεί ταραχές, αναταραχή, έκτροπα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταραχοποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταραχοποιός < ταραχ(ή) + -ο- + -ποιός ( < ποιώ) :* και (ουσιαστικοποιημένο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταραχοποιόςταραχοποιά / ταραχοποιόςταραχοποιό
Γενικήταραχοποιούταραχοποιάς / ταραχοποιούταραχοποιού
Αιτιατικήταραχοποιόταραχοποιά / ταραχοποιόταραχοποιό
Κλητικήταραχοποιέταραχοποιά / ταραχοποιέταραχοποιό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταραχοποιοίταραχοποιές / ταραχοποιοίταραχοποιά
Γενικήταραχοποιώνταραχοποιώνταραχοποιών
Αιτιατικήταραχοποιούςταραχοποιές / ταραχοποιούςταραχοποιά
Κλητικήταραχοποιοίταραχοποιές / ταραχοποιοίταραχοποιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →