ταραχοποιός
•
- λόγιοπου είναι ταραχοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταραχοποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταραχοποιός < ταραχ(ή) + -ο- + -ποιός ( < ποιώ) :* και (ουσιαστικοποιημένο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταραχοποιός | ταραχοποιοί |
| Γενική | ταραχοποιού | ταραχοποιών |
| Αιτιατική | ταραχοποιό | ταραχοποιούς |
| Κλητική | ταραχοποιέ | ταραχοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →