ταριχεύω
•
- μεταβατικόεπεξεργάζομαι ένα νεκρό σώμα με ειδικές χημικές ουσίες ώστε να μείνει αναλλοίωτο στο χρόνο Βικιλεξικό
- απαρχαιωμένοσυντηρώ κάποια τρόφιμα με διάφορους τρόπους όπως αλάτισμα, κάπνισμα ή αποξήρανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταριχεύω < αρχαία ελληνική ταριχεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταριχεύω | ταριχεύεις | ταριχεύει | ταριχεύουμε | ταριχεύετε | ταριχεύουν / ταριχεύουνε |
| Παρατατικός | ταρίχευα | ταρίχευες | ταρίχευε | ταριχεύαμε | ταριχεύατε | ταρίχευαν / ταριχεύαν / ταριχεύανε |
| Αόριστος | ταρίχευσα | ταρίχευσες | ταρίχευσε | ταριχεύσαμε | ταριχεύσατε | ταρίχευσαν / ταριχεύσαν / ταριχεύσανε |
| Μέλλοντας | θα ταριχεύσω / θα ταριχεύω | θα ταριχεύεις / θα ταριχεύσεις | θα ταριχεύει / θα ταριχεύσει | θα ταριχεύουμε / θα ταριχεύσουμε | θα ταριχεύετε / θα ταριχεύσετε | θα ταριχεύουν / θα ταριχεύουνε / θα ταριχεύσουν / θα ταριχεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταριχεύσει | έχεις ταριχεύσει | έχει ταριχεύσει | έχουμε ταριχεύσει | έχετε ταριχεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταριχεύσει | είχες ταριχεύσει | είχε ταριχεύσει | είχαμε ταριχεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταριχεύσει / να ταριχεύσω / να ταριχεύω | να έχεις ταριχεύσει / να ταριχεύεις / να ταριχεύσεις | να έχει ταριχεύσει / να ταριχεύει / να ταριχεύσει | να έχουμε ταριχεύσει / να ταριχεύουμε / να ταριχεύσουμε | να έχετε ταριχεύσει / να ταριχεύετε / να ταριχεύσετε | να ταριχεύουν / να ταριχεύουνε / να ταριχεύσουν / να ταριχεύσουνε |
| Προστακτική | — | ταρίχευε / ταρίχευσε | — | — | ταριχεύετε / ταριχεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →