ταρσός
•
- ανατομίαο σκελετός του πίσω άκρου ποδιού, που αποτελείται από επτά μικρά οστά σε τρεις σειρές Βικιλεξικό
- ανατομίατο ινώδες πέταλο των βλεφάρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταρσός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταρσός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταρσός | ταρσοί |
| Γενική | ταρσού | ταρσών |
| Αιτιατική | ταρσό | ταρσούς |
| Κλητική | ταρσέ | ταρσοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →