ταρτάρ
•
- γαστρονομίαωμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταρτάρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική tartare < Tartare < παλαιά γαλλική Tartaire < μεσαιωνική λατινική Tartarus < παλαιά τουρκική Tatar (Με παρετυμολόγηση από το λατινικά Tartarus < αρχαία ελληνική Τάρταρος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →