Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τάση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτασικόςτασικήτασικό
Γενικήτασικούτασικήςτασικού
Αιτιατικήτασικότασικήτασικό
Κλητικήτασικέτασικήτασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτασικοίτασικέςτασικά
Γενικήτασικώντασικώντασικών
Αιτιατικήτασικούςτασικέςτασικά
Κλητικήτασικοίτασικέςτασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →