Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταυρομαχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους ταυρομάχους και τις ταυρομαχίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταυρομαχικός < → δείτε τις λέξεις ταυρομάχος και -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταυρομαχικόςταυρομαχικήταυρομαχικό
Γενικήταυρομαχικούταυρομαχικήςταυρομαχικού
Αιτιατικήταυρομαχικόταυρομαχικήταυρομαχικό
Κλητικήταυρομαχικέταυρομαχικήταυρομαχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταυρομαχικοίταυρομαχικέςταυρομαχικά
Γενικήταυρομαχικώνταυρομαχικώνταυρομαχικών
Αιτιατικήταυρομαχικούςταυρομαχικέςταυρομαχικά
Κλητικήταυρομαχικοίταυρομαχικέςταυρομαχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →