Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταυτίζομαι

ρήμα
•
  1. με ταυτίζουν Βικιλεξικό
  2. είμαι ακριβώς ο ίδιος/ απόλυτα ισοδύναμος με κάποιον/κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • οι απόψεις μας πάνω στο θέμα ταυτίζονται ολοκληρωτικά
  3. δίνω όλον τον εαυτό μου σε κάτι ώστε να γίνω ένα με αυτό Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάμε εκφράζει κάτι απόλυτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταυτίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ταυτίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςταυτίζομαιταυτίζεσαιταυτίζεταιταυτιζόμαστεταυτίζεστεταυτίζονται
Παρατατικόςταυτιζόμουν / ταυτιζόμουναταυτιζόσουν / ταυτιζόσουναταυτιζόταν / ταυτιζότανεταυτιζόμασταν / ταυτιζόμαστεταυτιζόσασταν / ταυτιζόσαστεταυτίζονταν / ταυτιζόντουσαν
Αόριστοςταυτίστηκαταυτίστηκεςταυτίστηκεταυτιστήκαμεταυτιστήκατεταυτίστηκαν / ταυτιστήκαν / ταυτιστήκανε
Μέλλονταςθα ταυτίζομαι / θα ταυτιστώθα ταυτίζεσαι / θα ταυτιστείςθα ταυτίζεται / θα ταυτιστείθα ταυτιζόμαστε / θα ταυτιστούμεθα ταυτίζεστε / θα ταυτιστείτεθα ταυτίζονται / θα ταυτιστούν / θα ταυτιστούνε
Παρακείμενοςέχω ταυτιστείέχεις ταυτιστείέχει ταυτιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ταυτιστείείχες ταυτιστείείχε ταυτιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ταυτιστεί / να ταυτίζομαι / να ταυτιστώνα έχεις ταυτιστεί / να ταυτίζεσαι / να ταυτιστείςνα έχει ταυτιστεί / να ταυτίζεται / να ταυτιστείνα ταυτιζόμαστε / να ταυτιστούμενα ταυτίζεστε / να ταυτιστείτενα ταυτίζονται / να ταυτιστούν / να ταυτιστούνε
Προστακτική—ταυτίζου / ταυτίσου——ταυτίζεστε / ταυτιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →