ταυτίζομαι
•
- με ταυτίζουν Βικιλεξικό
- είμαι ακριβώς ο ίδιος/ απόλυτα ισοδύναμος με κάποιον/κάτι άλλο Βικιλεξικό
- οι απόψεις μας πάνω στο θέμα ταυτίζονται ολοκληρωτικά
- δίνω όλον τον εαυτό μου σε κάτι ώστε να γίνω ένα με αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε εκφράζει κάτι απόλυτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυτίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ταυτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταυτίζομαι | ταυτίζεσαι | ταυτίζεται | ταυτιζόμαστε | ταυτίζεστε | ταυτίζονται |
| Παρατατικός | ταυτιζόμουν / ταυτιζόμουνα | ταυτιζόσουν / ταυτιζόσουνα | ταυτιζόταν / ταυτιζότανε | ταυτιζόμασταν / ταυτιζόμαστε | ταυτιζόσασταν / ταυτιζόσαστε | ταυτίζονταν / ταυτιζόντουσαν |
| Αόριστος | ταυτίστηκα | ταυτίστηκες | ταυτίστηκε | ταυτιστήκαμε | ταυτιστήκατε | ταυτίστηκαν / ταυτιστήκαν / ταυτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ταυτίζομαι / θα ταυτιστώ | θα ταυτίζεσαι / θα ταυτιστείς | θα ταυτίζεται / θα ταυτιστεί | θα ταυτιζόμαστε / θα ταυτιστούμε | θα ταυτίζεστε / θα ταυτιστείτε | θα ταυτίζονται / θα ταυτιστούν / θα ταυτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ταυτιστεί | έχεις ταυτιστεί | έχει ταυτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταυτιστεί | είχες ταυτιστεί | είχε ταυτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταυτιστεί / να ταυτίζομαι / να ταυτιστώ | να έχεις ταυτιστεί / να ταυτίζεσαι / να ταυτιστείς | να έχει ταυτιστεί / να ταυτίζεται / να ταυτιστεί | να ταυτιζόμαστε / να ταυτιστούμε | να ταυτίζεστε / να ταυτιστείτε | να ταυτίζονται / να ταυτιστούν / να ταυτιστούνε |
| Προστακτική | — | ταυτίζου / ταυτίσου | — | — | ταυτίζεστε / ταυτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →