Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταυτολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζει την ταυτολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταυτολογικός < ταυτολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταυτολογικόςταυτολογικήταυτολογικό
Γενικήταυτολογικούταυτολογικήςταυτολογικού
Αιτιατικήταυτολογικόταυτολογικήταυτολογικό
Κλητικήταυτολογικέταυτολογικήταυτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταυτολογικοίταυτολογικέςταυτολογικά
Γενικήταυτολογικώνταυτολογικώνταυτολογικών
Αιτιατικήταυτολογικούςταυτολογικέςταυτολογικά
Κλητικήταυτολογικοίταυτολογικέςταυτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →