ταυτοποιημένος
•
- που έχει ταυτοποιηθεί, έχει εξακριβωθεί ότι κάτι όντως είναι αυτό που δηλώνεται ότι είναι Βικιλεξικό
- ταυτοποιημένο δακτυλικό αποτύπωμα (ότι ανήκει στον τάδε) / ταυτοποιημένη διεύθυνση (εξακρίβωση ότι η διεύθυνση που αναφέρεται είναι όντως η ίδια π.χ. με της ταυτότητας ή του διαβατηρίου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυτοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ταυτοποιώ
Άλλοι τύποι
ταυτοποιημέναταυτοποιημένεταυτοποιημένεςταυτοποιημένηταυτοποιημένηςταυτοποιημένοταυτοποιημένοιταυτοποιημένοςταυτοποιημένουταυτοποιημένουςταυτοποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →