ταυτότητα
•
- το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου ή συνόλου Βικιλεξικό
- το σύνολο των χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν το μέλος ενός συνόλου από τα υπόλοιπα μέλη Βικιλεξικό
- το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας: έγγραφο που εκδίδεται από τις αστυνομικές αρχές και χρησιμοποιείται από τον πολίτη για να πιστοποιήσει το όνομά του και τα υπόλοιπα στοιχεία του στις σχέσεις του με το κράτος ή φυσικά και νομικά πρόσωπα Βικιλεξικό
- Ὁ ἕτερος ἀστυφύλακας μέ τό αὐτόματο σταμάτησε στήν ἐξώθυρα ἕνα ζευγαράκι, μελανούρι ἡ λεγάμενη, καί ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τούς λέει ἐφόσον ἡ ταυτότητα δηλώνει ἄλλη διεύθυνση (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίηση αρχής: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 1979, σελ. 145)
- κόσμημα που φοριέται στον καρπό και έχει χαραγμένο το όνομα του κατόχου του Βικιλεξικό
- η ιδιότητα δύο πραγμάτων να είναι μεταξύ τους απολύτως όμοια, ομοιότητα Βικιλεξικό
- μαθηματικάαλγεβρική ισότητα που ισχύει για κάθε τιμή των μεταβλητών της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυτότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταυτότης από την αιτιατική τήν ταυτότητα :* για τον όρο των μαθηματικών < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική identité :* για την αστυνομική ταυτότητα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική carte d'identité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυτότητα | ταυτότητες |
| Γενική | ταυτότητας | ταυτοτήτων |
| Αιτιατική | ταυτότητα | ταυτότητες |
| Κλητική | ταυτότητα | ταυτότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →