ταφή
•
- η τελετουργική τοποθέτηση ενός νεκρού στο χώμα Βικιλεξικό
- Στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου (αρ. 31 οικόπεδο) εντοπίστηκε μια ταφή σε πίθο (Πεπραγμένα Θ ́ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, 2006, σελ. 12)
- όλοι δάκρυσαν στην ταφή του αδικοχαμένου ηθοποιού
- το να θάβεται κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταφή < αρχαία ελληνική ταφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταφή | ταφές |
| Γενική | ταφής | ταφών |
| Αιτιατική | ταφή | ταφές |
| Κλητική | ταφή | ταφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →