ταφικός
•
- που αναφέρεται στον τάφο ή στην ταφή Βικιλεξικό
- ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)
- Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
Ετυμολογία
ταφικός < ταφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταφικός | ταφική | ταφικό |
| Γενική | ταφικού | ταφικής | ταφικού |
| Αιτιατική | ταφικό | ταφική | ταφικό |
| Κλητική | ταφικέ | ταφική | ταφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταφικοί | ταφικές | ταφικά |
| Γενική | ταφικών | ταφικών | ταφικών |
| Αιτιατική | ταφικούς | ταφικές | ταφικά |
| Κλητική | ταφικοί | ταφικές | ταφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →