Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταφόπετρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνώνυμο του ταφόπλακα Βικιλεξικό
    • Ἡ πολεμικὴ κραυγὴ τῶν βουνίσιων Σκοτσέζων: «Πολέμα μὲ λύσσα, δέχου τὸ θάνατο μὲ χαρά», ἀνέβαινε ἀπ’ ὅλες τοῦτες τὶς ἐγγλέζικες ταφόπετρες ποῦ πατοῦσα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς αὐλόγυρους καὶ ποῦ σκέπαζαν σὰ σκουτάρια τοὺς μεγάλους πολεμιστὲς τῆς ἀνθρώπινης χίμαιρας.
    • Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 https://www.zinapost.gr/newsroom/news/386591_o-petros-kostopoylos-grafei-apohaireta-tin-ti-mykono-poy-haneis/)

Ετυμολογία

ταφόπετρα < τάφ(ος) + -ό- + πέτρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταφόπετραταφόπετρες
Γενικήταφόπετρας—
Αιτιατικήταφόπετραταφόπετρες
Κλητικήταφόπετραταφόπετρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →