ταφόπλακα
•
- η πλάκα που σκεπάζει έναν τάφο, η ταφόπετρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε ματαιώνει οριστικά ένα σχέδιο, μια προσπάθεια κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταφόπλακα < τάφ(ος) + -ό- + πλάκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταφόπλακα | ταφόπλακες |
| Γενική | ταφόπλακας | — |
| Αιτιατική | ταφόπλακα | ταφόπλακες |
| Κλητική | ταφόπλακα | ταφόπλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →