ταφώνας
•
- νεολογισμόςχώρος με πολλούς τάφους λόγω μιας πανδημίας Βικιλεξικό
- Εκπληκτοι και άναυδοι ακούσαμε προ ημερών σε τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης να αναγγέλλει, με έμφαση ότι: «ο δήμος έχει εξασφαλίσει “ταφώνες” (sic) για τους νεκρούς του κορωνοϊού», υπονοώντας ασφαλώς τους ομαδικούς τάφους. Ετσι, ο ομιλών χρησιμοποίησε, στη ρύμη του λόγου του, μία νεόπλαστη λέξη, κατά το «πυλώνας, θαμώνας, ελαιώνας» κ.ά. Ανύπαρκτη, βέβαια, στα λεξικά της Αρχαίας και της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.
Ετυμολογία
ταφώνας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταφών, συνηρημένος τύπος του ταφεών (χώρος ταφής) από την αιτιατική «τὸν ταφῶνα» με κατάληξη -ώνας. Ως νεολογισμός, αναδημιουργία της λέξης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταφώνας | ταφώνες |
| Γενική | ταφώνα | ταφώνων |
| Αιτιατική | ταφώνα | ταφώνες |
| Κλητική | ταφώνα | ταφώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →