Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταφώνας

/taˈfo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςχώρος με πολλούς τάφους λόγω μιας πανδημίας Βικιλεξικό
    • Εκπληκτοι και άναυδοι ακούσαμε προ ημερών σε τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης να αναγγέλλει, με έμφαση ότι: «ο δήμος έχει εξασφαλίσει “ταφώνες” (sic) για τους νεκρούς του κορωνοϊού», υπονοώντας ασφαλώς τους ομαδικούς τάφους. Ετσι, ο ομιλών χρησιμοποίησε, στη ρύμη του λόγου του, μία νεόπλαστη λέξη, κατά το «πυλώνας, θαμώνας, ελαιώνας» κ.ά. Ανύπαρκτη, βέβαια, στα λεξικά της Αρχαίας και της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Ετυμολογία

ταφώνας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταφών, συνηρημένος τύπος του ταφεών (χώρος ταφής) από την αιτιατική «τὸν ταφῶνα» με κατάληξη -ώνας. Ως νεολογισμός, αναδημιουργία της λέξης.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταφώναςταφώνες
Γενικήταφώναταφώνων
Αιτιατικήταφώναταφώνες
Κλητικήταφώναταφώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →