ταχεία
•
- το δρομολόγιο και το τρένο κατά τη διαδρομή του οποίου δεν γίνεται στάση σε όλους τους σταθμούς με αποτέλεσμα να φτάνει γρηγορότερα στους επιμέρους προορισμούς του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταχεία < ουσιαστικοποίηση και απλοποίηση του όρου ταχεία αμαξοστοιχία < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική train rapide ή την γερμανική Schnellzug
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταχεία | ταχείες |
| Γενική | ταχείας | ταχειών |
| Αιτιατική | ταχεία | ταχείες |
| Κλητική | ταχεία | ταχείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →