Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχυδρομικός

/ta.çi.ðɾo.miˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματαχυδρομικός υπάλληλος, υπάλληλος ταχυδρομείου Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραταχυδρόμος, ταχυδρομικός διανομέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταχυδρομικός < ταχυδρομ(είο) + -ικός :* Και ουσιαστικοποιημένο ταχυδρομικός (εννοείται ουσιαστικό υπάλληλος).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταχυδρομικός / ταχυδρομική / ταχυδρομικός / ταχυδρομικόταχυδρομικοί / ταχυδρομικές / ταχυδρομικοί / ταχυδρομικά
Γενικήταχυδρομικού / ταχυδρομικής / ταχυδρομικού / ταχυδρομικούταχυδρομικών / ταχυδρομικών / ταχυδρομικών / ταχυδρομικών
Αιτιατικήταχυδρομικό / ταχυδρομική / ταχυδρομικό / ταχυδρομικόταχυδρομικούς / ταχυδρομικές / ταχυδρομικούς / ταχυδρομικά
Κλητικήταχυδρομικέ / ταχυδρομική / ταχυδρομικέ / ταχυδρομικόταχυδρομικοί / ταχυδρομικές / ταχυδρομικοί / ταχυδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ταχυδρομικός

/ta.çi.ðɾo.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει ή σχετίζεται με το ταχυδρομείο ή με ταχυδρόμηση Βικιλεξικό
    • ταχυδρομικός κώδικας ή τομέας, ταχυδρομικός υπάλληλος, διανομέας
    • ταχυδρομική θυρίδα, ταχυδρομική άμαξα
    • Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)

Ετυμολογία

ταχυδρομικός < ταχυδρομ(είο) + -ικός :* Και ουσιαστικοποιημένο ταχυδρομικός (εννοείται ουσιαστικό υπάλληλος).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταχυδρομικόςταχυδρομικήταχυδρομικό
Γενικήταχυδρομικούταχυδρομικήςταχυδρομικού
Αιτιατικήταχυδρομικόταχυδρομικήταχυδρομικό
Κλητικήταχυδρομικέταχυδρομικήταχυδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταχυδρομικοίταχυδρομικέςταχυδρομικά
Γενικήταχυδρομικώνταχυδρομικώνταχυδρομικών
Αιτιατικήταχυδρομικούςταχυδρομικέςταχυδρομικά
Κλητικήταχυδρομικοίταχυδρομικέςταχυδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →