ταχυπορώ
•
- λόγιοείμαι ταχυπόρος / ταχύπορος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταχυπορώ < ταχυπόρος + -ώ < αρχαία ελληνική ταχυπόρος / ταχύπορος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταχυπορώ | ταχυπορείς | ταχυπορεί | ταχυπορούμε | ταχυπορείτε | ταχυπορούν / ταχυπορούνε |
| Παρατατικός | ταχυπορούσα | ταχυπορούσες | ταχυπορούσε | ταχυπορούσαμε | ταχυπορούσατε | ταχυπορούσαν / ταχυπορούσανε |
| Αόριστος | ταχυπόρησα | ταχυπόρησες | ταχυπόρησε | ταχυπορήσαμε | ταχυπορήσατε | ταχυπορήσαν / ταχυπορήσανε / ταχυπόρησαν |
| Μέλλοντας | θα ταχυπορήσω / θα ταχυπορώ | θα ταχυπορήσεις / θα ταχυπορείς | θα ταχυπορήσει / θα ταχυπορεί | θα ταχυπορήσουμε / θα ταχυπορούμε | θα ταχυπορήσετε / θα ταχυπορείτε | θα ταχυπορήσουν / θα ταχυπορήσουνε / θα ταχυπορούν / θα ταχυπορούνε |
| Παρακείμενος | έχω ταχυπορήσει | έχεις ταχυπορήσει | έχει ταχυπορήσει | έχουμε ταχυπορήσει | έχετε ταχυπορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταχυπορήσει | είχες ταχυπορήσει | είχε ταχυπορήσει | είχαμε ταχυπορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταχυπορήσει / να ταχυπορήσω / να ταχυπορώ | να έχεις ταχυπορήσει / να ταχυπορήσεις / να ταχυπορείς | να έχει ταχυπορήσει / να ταχυπορήσει / να ταχυπορεί | να έχουμε ταχυπορήσει / να ταχυπορήσουμε / να ταχυπορούμε | να έχετε ταχυπορήσει / να ταχυπορήσετε / να ταχυπορείτε | να ταχυπορήσουν / να ταχυπορήσουνε / να ταχυπορούν / να ταχυπορούνε |
| Προστακτική | — | ταχυπόρει / ταχυπόρησε | — | — | ταχυπορήστε / ταχυπορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →