Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχυφαγείο

/ta.çi.faˈʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςτο εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης Βικιλεξικό
    • οι νέοι σήμερα έχουν εγκαταλείψει την παραδοσιακή κουζίνα. Συχνάζουν σε ταχυφαγεία που προσφέρουν φαγητά αμφίβολης ποιότητας
    • Κάποιες προσπάθειες να μεταφραστούν στα Ελληνικά ξένες λέξεις απέτυχαν. Τέτοιες είναι οι λέξεις που ακολουθούν. […] υαλοθέσιον, ταχυφαγείον, οινοπνευματισμός, αμφίψωμο, κρεατοσφαιρίδιο, οψοκατάλογος […] Στο Παράρτημα ΙΙΙ μπορείτε να δείτε τις αντίστοιχες ξένες λέξεις που επικράτησαν

Ετυμολογία

ταχυφαγείο < ταχυ- + -φαγείο, ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική fast-food)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταχυφαγείοταχυφαγεία
Γενικήταχυφαγείουταχυφαγείων
Αιτιατικήταχυφαγείοταχυφαγεία
Κλητικήταχυφαγείοταχυφαγεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →