ταχύμετρο
•
- τεχνολογίαόργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα ενός οχήματος (καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ταχόμετρο
- φυσικήόργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα περιστροφής ενός σώματος Βικιλεξικό
- τεχνολογίαόργανο που μετρά την ταχύτητα των βλημάτων ενός όπλου, τόσο εντός της κάννη όσο και στον αέρα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςδρομόμετρο Βικιλεξικό
- τεχνολογίαόργανο τοπογράφων με το οποίο αποτυπώνεται κατά πλάτος και καθ’ ύψος μια περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταχύμετρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tachymètre < αρχαία ελληνική ταχύς + μέτρον :* για το όργανο των τοπογράφων < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική tachymeter :: Μορφολογικά, αναλύεται σε ταχύ- + -μετρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταχύμετρο | ταχύμετρα |
| Γενική | ταχυμέτρου / ταχύμετρου | ταχυμέτρων / ταχύμετρων |
| Αιτιατική | ταχύμετρο | ταχύμετρα |
| Κλητική | ταχύμετρο | ταχύμετρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →