Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχύνους

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςο αγχίνους, ο οξύνους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταχύνους < ελληνιστική κοινή ταχύνους < αρχαία ελληνική ταχύς + νόος / νοῦς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταχύνους—ταχύνουν
Γενικήταχύνου—ταχύνου
Αιτιατικήταχύνου—ταχύνουν
Κλητικήταχύνους—ταχύνουν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταχύνοες—ταχύνοα
Γενικήταχυνόων—ταχυνόων
Αιτιατικήταχύνοες—ταχύνοα
Κλητικήταχύνοες—ταχύνοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →