Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχύπνοια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήτο ν’ αναπνέει κάποιος ταχύτερα ή βαθύτερα απ’ όσο χρειάζεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταχύπνοια < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική tachypnoea < αρχαία ελληνική ταχύς + πνέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταχύπνοιαταχύπνοιες
Γενικήταχύπνοιαςταχυπνοιών
Αιτιατικήταχύπνοιαταχύπνοιες
Κλητικήταχύπνοιαταχύπνοιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →