Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταϊφάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςτο τσούρμο Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςναύτης Βικιλεξικό
  3. στρατιωτικός όροςστρατός ατάκτων, ασκέρι, λεφούσι, μπουλούκι Βικιλεξικό
    • Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, | δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, | γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, | πού 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.
  4. φάρα, φυλή Βικιλεξικό
  5. (ουδέτερο} Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταϊφάς < τουρκική tayfa < αραβική طائفة (ṭāʾifa)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταϊφάςταϊφάδες
Γενικήταϊφάταϊφάδων
Αιτιατικήταϊφάταϊφάδες
Κλητικήταϊφάταϊφάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →