ταϊφάς
•
- ναυτικός όροςτο τσούρμο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςναύτης Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςστρατός ατάκτων, ασκέρι, λεφούσι, μπουλούκι Βικιλεξικό
- Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, | δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, | γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, | πού 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.
- φάρα, φυλή Βικιλεξικό
- (ουδέτερο} Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταϊφάς < τουρκική tayfa < αραβική طائفة (ṭāʾifa)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταϊφάς | ταϊφάδες |
| Γενική | ταϊφά | ταϊφάδων |
| Αιτιατική | ταϊφά | ταϊφάδες |
| Κλητική | ταϊφά | ταϊφάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →