τεζάκι
•
- ο πάγκος του μαγαζάτορα σε παντοπωλείο ή καφενείο, ο μπουφές Βικιλεξικό
- Ο καταστηματάρχης στάθηκε για μια στιγμή κι αναμέτρησε τη δυστυχία του. Το κούτελό του άρχισε να γυαλίζει από ψιλόν ιδρό. Αντίο μεγαλεία τώρα... Άντε πάλι ζέψου στο τεζάκι, και πιάσε πάλε τα φλιτζανοπότηρα. Και γίνε πάλι πατσαβούρι και τσιράκι του καθενός. Και παίρνε διαταγές, και μάζευε τις πενταροδεκάρες σαν ζητιάνος. (Μενέλαος Λουντέμης, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους)
- είδος σπαγκοραφής βιβλιοδεσίας Βικιλεξικό
- εργαλείο-μηχάνημα, το οποίο χρησιμοποιεί ο βιβλιοδέτης για το ράψιμο των βιβλίων Βικιλεξικό
- Παλιότερα στα βιβλιοδετεία με τους πολλούς εργάτες και τον καταμερισμό εργασίας, το ράψιμο γινόταν από γυναίκες. Στην Αθήνα -λίγα μόλις χρόνια πριν- οι ράφτρες αυτές εργάζονταν σε περισσότερα από ένα βιβλιοδετεία και αμείβονταν «με το τεζάκι», πόσα δηλαδή τεζάκια γέμιζαν στο χρόνο που δούλεψαν. (*)
Ετυμολογία
τεζάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική tezgâh < περσική دستگاه (dastgāh)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεζάκι | τεζάκια |
| Γενική | τεζακιού | τεζακιών |
| Αιτιατική | τεζάκι | τεζάκια |
| Κλητική | τεζάκι | τεζάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →