τεθλασμένος
•
- γεωμετρίαπου έχει το σχήμα της τεθλασμένης, της γραμμής που αποτελείται από διαδοχικά ευθύγραμμα τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγια επιφάνεια της οποίας η τομή είναι μια τεθλασμένη γραμμή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγια οτιδήποτε μοιάζει, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, με την τεθλασμένη γραμμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεθλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θλάω-θλῶ (: σπάζω)
Άλλοι τύποι
τεθλασμένατεθλασμένετεθλασμένεςτεθλασμένητεθλασμένηςτεθλασμένοτεθλασμένοιτεθλασμένοςτεθλασμένουτεθλασμένουςτεθλασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →